Ο απόηχος της πανδημίας του κοροναϊού, η ενεργειακή κρίση και ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία είναι οι κύριοι παράγοντες που έχουν αυξήσει την πιθανότητα μιας παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης. Αυτό προκύπτει από την τελευταία εκτίμηση της αμερικανικής τράπεζας Citigroup.
Η πιθανότητα μιας παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης έχει αυξηθεί σε σχεδόν 50 τοις εκατό. Εκτός από τον απόηχο της πανδημίας του κοροναϊού που έχει διαταράξει τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, την ενεργειακή κρίση και τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, οι αντιδράσεις των μεγάλων κεντρικών τραπεζών στον υψηλό πληθωρισμό έχουν προστεθεί στους παράγοντες της οικονομικής ύφεσης.
“Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ο αποπληθωρισμός συχνά συνεπάγεται το κόστος της θυσίας της οικονομικής ανάπτυξης. Ως εκ τούτου, βλέπουμε μια συνολική πιθανότητα ύφεσης πολύ κοντά στο 50%”, ανέφεραν αναλυτές της αμερικανικής τράπεζας Citigroup, σύμφωνα με το Reuters.
Η τράπεζα Barclays είχε νωρίτερα μειώσει την εκτίμησή της για την ανάπτυξη στις προηγμένες οικονομίες το επόμενο έτος σε μόλις 1%. Η ευρωζώνη θα μπορούσε ακόμη και να εισέλθει σε ύφεση ήδη από το τέταρτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, ανέφερε το Reuters, επικαλούμενο την Barclays.
“Εν τω μεταξύ, ωστόσο, η αμερικανική οικονομία είναι πιθανό να είναι η πρώτη που θα καταρρεύσει, καθώς η Fed αυξάνει τα επιτόκια και δεσμεύεται να τα αυξήσει περαιτέρω πάνω από τα ουδέτερα επίπεδα”, ανέφεραν οι αναλυτές της Barclays. Το ότι η οικονομία των ΗΠΑ είναι έτοιμη για αντιστροφή της τάσης υποδηλώνουν και οι εξελίξεις στην τοπική αγορά ακινήτων. Οι πωλήσεις νέων κατοικιών στις ΗΠΑ μειώνονται.
Από την αρχή του έτους, δεν είναι μόνο οι μετοχές της Wall Street που έχουν υποχωρήσει σε αξία και οι επενδυτές αποσύρονται από τις αγορές κρυπτονομισμάτων. Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επιχειρήσεων έχει επίσης καθοδική πορεία στις ανεπτυγμένες χώρες.
Aripaka, Chakravarty,
Reuters